αλωνίζω


αλωνίζω
αλωνίζω, αλώνισα βλ. πίν. 33

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αλωνίζω — (Μ ἁλωνίζω) αποχωρίζω με τριβή στο αλώνι τους κόκκους δημητριακών από το περίβλημά τους νεοελλ. 1. διασκορπίζω εδώ κι εκεί, διώχνω βίαια 2. χτυπώ, δέρνω 3. σπαταλώ, ξοδεύω αλόγιστα 4. κάνω άνω κάτω, ενοχλώ 5. τρέχω εδώ κι εκεί, περιφέρομαι 6.… …   Dictionary of Greek

  • αλωνίζω — [алонизо] р. молотить, обмолачивать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αλωνίζω — ισα, ίστηκα, ισμένος 1. χωρίζω στο αλώνι τα σπυριά των δημητριακών από τα στάχυα: Μια βδομάδα τώρα κάθε μέρα αλωνίζουμε. 2. διασκορπίζω ανθρώπους ή πράγματα: Ένας εκείνος και όμως αλώνισε τρεις. 3. τρέχω εδώ κι εκεί, γυρίζω: Πού αλώνιζες όλες… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλωνοθερίζω — θερίζω και αλωνίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλωνίζω + θερίζω, κατόπιν απλολογίας αντί *αλωνιζοθερίζω] …   Dictionary of Greek

  • απαλοώ — ἀπαλοῶ κ. λοιῶ ( άω) (Α) 1. πατώ στο αλώνι, αλωνίζω το στάρι 2. συντρίβω, καταστρέφω. [ΕΤΥΜΟΛ. < απ(ο) * + αλοώ «αλωνίζω, κτυπώ»] …   Dictionary of Greek

  • δίνω — (I) και δίδω και δώνω (AM δίδωμι και δίδω) Ι. 1. δίνω στο χέρι κάτι, εγχειρίζω 2. χαρίζω, παρέχω («τού δώσε δέκα λίρες», «για τούτο είδεν ο Θεός τον περισσόν του πόνον και ήδωκεν στη ρήγισσα και πάλιν άλλον γόνον») 3. κληροδοτώ («τού δώσε τ… …   Dictionary of Greek

  • συναλοώ — άω, Α 1. αλωνίζω μαζί με άλλον 2. κατασυντρίβω («δαλεῑτο πρόσωπον, μέχρι συνηλοίησε παρήϊα», Θεόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἀλοῶ «αλωνίζω, θρυμματίζω»] …   Dictionary of Greek

  • άλως — Οπτικό φαινόμενο που εμφανίζεται όταν υπάρχουν σχηματισμοί ψηλών νεφών (θύσανοι ή θυσανοστρώματα) σε ουρανό φωτισμένο από τον Ήλιο ή τη Σελήνη. Ά., με τη στενή σημασία, και αντίστοιχα συνήθης και μεγάλη ά., λέγονται δύο φωτεινοί κύκλοι,… …   Dictionary of Greek

  • έρρω — ἔρρω (Α) 1. πορεύομαι ή βαδίζω αργά και με κόπο, ιδίως για τον Ήφαιστο που ήταν χωλός («αὐτὰρ ὁ ἔρρων πλησίον», Ομ. Ιλ.) και για τον Οδυσσέα («ἣ μ’ οἴῳ ἔρροντι συνήντετο» μέ συνάντησε να περιπλανιέμαι μόνος, Ομ. Οδ.) 2. πηγαίνω, μεταβαίνω κάπου 3 …   Dictionary of Greek

  • αγαπίζω — 1. συμφιλιώνω, συμβιβάζω 2. συμφιλιώνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος ενεστ. αντί τού αγαπώ, που σχηματίστηκε υποχωρητικά από τον αόρ. αγάπησα, αναλογικά προς τύπους αορ. σε ίσα, που σχηματίζουν κανονικά τον ενεστώτα τους σε ίζω (πρβλ. αλώνισα… …   Dictionary of Greek